Επιγενετική στην ψυχιατρική: Πώς το περιβάλλον διαμορφώνει την έκφραση των γονιδίων

Η επιγενετική στην ψυχιατρική προσφέρει έναν ισχυρό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη βιολογία και το περιβάλλον. Εξηγεί πώς οι εμπειρίες ζωής, το στρες και οι κοινωνικές συνθήκες μπορούν να αφήσουν βιολογικό αποτύπωμα που επηρεάζει την ψυχική υγεία σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

 

Λίγα λόγια για την επιγενετική στην ψυχιατρική

Η επιγενετική έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια ως μια από τις πιο γοητευτικές και ταυτόχρονα κρίσιμες περιοχές έρευνας στον χώρο της ψυχιατρικής. Πρόκειται για ένα πεδίο που εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο περιβαλλοντικοί, ψυχοκοινωνικοί και βιολογικοί παράγοντες μπορούν να τροποποιήσουν τη γονιδιακή έκφραση χωρίς να αλλάξουν την αλληλουχία του DNA. Αυτές οι αλλαγές αφορούν κυρίως μηχανισμούς όπως η μεθυλίωση του DNA. Μαζί με τις τροποποιήσεις των ιστονών και τη δράση των microRNA, αποτελούν κρίσιμους ρυθμιστές της λειτουργίας των νευρικών κυκλωμάτων και της συμπεριφοράς.

 

Κατανοώντας το φαινόμενο αυτό, μπορούμε να λάβουμε απάντηση στο τι είναι αυτό που επιτρέπει στο περιβάλλον να “γράφει” πάνω στα γονίδιά μας. Η διερεύνηση δείχνει πως αυτό συμβαίνει μέσω της επιγενετικής σήμανσης. Πρόκειται για  τροποποιήσεις πάνω στο DNA που μπορούν να αλλάξουν την έκφραση γονιδίων, χωρίς να τροποποιείται η βασική ακολουθία νουκλεοτιδίων. Σε αντίθεση με τις γενετικές μεταλλάξεις, οι εξελίξεις αυτές μπορεί να είναι αναστρέψιμες. Αυτό ανοίγει πολλές θεραπευτικές προοπτικές.

 

Επιρροή του ενδομήτριου περιβάλλοντος

Το περιβάλλον αρχίζει να ασκεί επιγενετικές επιδράσεις ήδη από τη ζωή εντός της μήτρας. Η έκθεση της μητέρας σε στρεσογόνους παράγοντες, κακή διατροφή, φλεγμονώδεις διεργασίες ή χρήση ουσιών μπορεί να τροποποιήσει την επιγενετική ρύθμιση γονιδίων του άξονα υποθαλάμουυπόφυσηςεπινεφριδίων. Αυτό επηρεάζει την ικανότητα του βρέφους να ρυθμίζει το στρες μετά τη γέννηση. Το φαινόμενο αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί παιδιά μητέρων που βίωσαν έντονο στρες ή κατάθλιψη κατά την εγκυμοσύνη παρουσιάζουν συχνότερα αυξημένο άγχος, γνωσιακές δυσκολίες ή συναισθηματική ευαλωτότητα.

 

Μελέτες δείχνουν ότι οι παραπάνω αλλαγές μπορούν να προκαλέσουν προγραμματισμό του άξονα HPA. Έτσι, διαμορφώνονται αντιδράσεις που αφορούν όχι μόνο τον ψυχισμό αλλά και το σώμα μας (ανοσολογική λειτουργία, ενεργειακή ομοιόσταση).

 

Επιγενετική στην ψυχιατρική: Πρώιμες εμπειρίες & νευροανάπτυξη

Τα πρώτα χρόνια της ζωής αποτελούν περίοδο εξαιρετικής νευροπλαστικότητας. Το περιβάλλον συνεχίζει να διαμορφώνει βαθιά τη γονιδιακή έκφραση. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αφορά τη μεθυλίωση του γονιδίου NR3C1, το οποίο κωδικοποιεί τον υποδοχέα της κορτιζόλης. Παιδιά που έχουν εκτεθεί σε παραμέληση ή κακοποίηση παρουσιάζουν αυξημένη μεθυλίωση του συγκεκριμένου γονιδίου. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε υπεραντιδραστικότητα του άξονα του στρες και ευαλωτότητα στην εμφάνιση αγχωδών και καταθλιπτικών διαταραχών στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή. Αυτό αποτελεί σαφές παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα δυσμενές περιβάλλον μπορεί να «χαράξει» βιολογικά μονοπάτια. Μονοπάτια τα οποία προσδιορίζουν την ψυχοπαθολογία κατά την ανάπτυξη.

 

Έρευνες δείχνουν ότι:

  • Όταν ένα παιδί μεγαλώνει με παρατεταμένο στρες, ο οργανισμός του τείνει να «βλέπει» τον κόσμο σαν απειλή και αντιδρά πιο γρήγορα με άγχος
  • Όταν όμως βιώνει σταθερότητα και φροντίδα, ο εγκέφαλος χτίζει πιο ανθεκτικό σύστημα στρες. Μαθαίνει ότι «Δεν χρειάζεται να φοβάμαι συνέχεια»

 

Επιγενετική & ψυχιατρικές διαταραχές

Η επιγενετική εμπλέκεται επίσης στη διαμόρφωση της λειτουργίας νευρωνικών κυκλωμάτων. Αυτά σχετίζονται με τη διάθεση, την προσοχή, την κοινωνική συμπεριφορά και τον φόβο. Η δυσλειτουργία στη ρύθμιση γονιδίων που ελέγχουν τη νευροδιαβίβαση της ντοπαμίνης, της σεροτονίνης και του GABA έχει συνδεθεί με την εμφάνιση πολυάριθμων διαταραχών. Τέτοιες είναι η σχιζοφρένεια, η διπολική διαταραχή και οι διαταραχές άγχους.

 

Παράλληλα, επιγενετικές τροποποιήσεις στην αμυγδαλή και στον προμετωπιαίο φλοιό μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του ατόμου να ρυθμίζει το συναίσθημα και να ανταποκρίνεται σε στρεσογόνες καταστάσεις. Ένα παράδειγμα είναι τα άτομα με μετατραυματική διαταραχή στρες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, έχουν παρατηρηθεί επιγενετικές αλλαγές στη ρύθμιση γονιδίων που σχετίζονται με την απάντηση φόβου και την αναστολή του.

 

Σύγχρονες κατευθύνσεις θεωρούν ότι αυτή η επιγενετική ευαλωτότητα μπορεί να είναι κεντρική στην κατανόηση των διαφορών στην ανταπόκριση θεραπείας μεταξύ ατόμων.

Επιγενετική στην ψυχιατρική: Θετική επιρροή περιβάλλοντος

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι επιγενετικές αλλαγές δεν αποτελούν μόνο αρνητικές προσαρμογές. Θετικά περιβάλλοντα μπορούν επίσης να ενισχύσουν την έκφραση γονιδίων που προάγουν την ανθεκτικότητα, τη γνωσιακή ανάπτυξη και τη συναισθηματική σταθερότητα. Τέτοια είναι η σταθερή και υποστηρικτική γονεϊκή σχέση, η ασφαλής προσκόλληση, η κοινωνική υποστήριξη και η έκθεση σε πλούσια ερεθίσματα. Σε μελέτες με ζώα έχει φανεί ότι η αυξημένη μητρική φροντίδα οδηγεί σε επιγενετικές αλλαγές που ενισχύουν την ικανότητα ρύθμισης του στρες. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να διατηρείται στη συνέχεια της ζωής και να επηρεάζει ακόμη και τις επόμενες γενιές. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει τον δυναμικό χαρακτήρα της επιγενετικής και το πόσο καθοριστική είναι η ποιότητα των πρώιμων εμπειριών.

 

Παραδείγματα θετικών επιδράσεων που έχουν βρεθεί είναι:

  • Το παιχνίδι, η αγκαλιά και η ενσυναίσθηση αυξάνουν την έκφραση γονιδίων ανθεκτικότητας
  • Οι σταθερές σχέσεις και η αίσθηση «με φροντίζουν» μειώνουν τη βιολογική αντίδραση στο άγχος

 

Διαγενεακή μετάδοση

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της επιγενετικής έρευνας είναι η πιθανή διαγενεακή μετάδοση επιγενετικών τροποποιήσεων. Παρότι η έρευνα στον άνθρωπο παραμένει προσεκτική, υπάρχουν ενδείξεις ότι εμπειρίες έντονου στρες, λιμού ή τραύματος σε μια γενιά μπορούν να αφήσουν επιγενετικά μοτίβα. Αυτά επηρεάζουν την ευαλωτότητα ή την ανθεκτικότητα των επόμενων γενεών. Αν και ο μηχανισμός παραμένει υπό διερεύνηση, η ιδέα αυτή έχει τεράστιες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία.  Δείχνει ότι το ψυχικό τραύμα μπορεί να αποτελεί όχι μόνο ατομικό αλλά και διαγενεακό βιολογικό αποτύπωμα.

 

Έχει παρατηρηθεί πως ορισμένες ρυθμίσεις κληρονομούνται από τους γονείς στα έμβρυα. Με τη σειρά τους, αυτές διαμορφώνουν τη μελλοντική συμπεριφορά και την ικανότητα διαχείρισης στρες.

 

Επιγενετική στην ψυχιατρική: Θεραπευτικές εφαρμογές

Οι επιγενετικές διεργασίες αποτελούν σημαντικό στόχο για θεραπευτικές παρεμβάσεις. Η ψυχοθεραπεία, η άσκηση, η βελτίωση του ύπνου, η υιοθέτηση ενός σταθερού και προβλέψιμου περιβάλλοντος και η φαρμακευτική αγωγή μπορούν να τροποποιήσουν επιγενετικούς δείκτες. Έτσι, ενισχύονται η νευροπλαστικότητα και η ανάκαμψη. Μελέτες σε ασθενείς με κατάθλιψη έχουν δείξει ότι η αποτελεσματική θεραπεία συνοδεύεται από αλλαγές στη μεθυλίωση συγκεκριμένων γονιδίων. Αυτό υποδεικνύει ότι οι ψυχοθεραπευτικές και φαρμακολογικές παρεμβάσεις δρουν όχι μόνο λειτουργικά αλλά και σε μοριακό επίπεδο.

 

Η επιγενετική θεωρείται σήμερα είναι ένας από τους πιο ελπιδοφόρους άξονες εξατομικευμένης θεραπείας.

 

Η επιγενετική αλλάζει το παράδειγμα μέσα στο οποίο αντιλαμβανόμαστε την ψυχική υγεία. Δεν υπάρχει απόλυτη διάκριση μεταξύ «γονιδίων» και «περιβάλλοντος». Αντίθετα, η ψυχική λειτουργία διαμορφώνεται από τη διαρκή, δυναμική αλληλεπίδραση των δύο. Η γνώση αυτή επιτρέπει στον κλινικό να αναγνωρίζει έγκαιρα την επίδραση δυσμενών εμπειριών, να αξιολογεί την ευαλωτότητα των ατόμων και να σχεδιάζει παρεμβάσεις που όχι μόνο θεραπεύουν αλλά και προάγουν την ανθεκτικότητα. Με την πρόοδο της έρευνας, η επιγενετική υπόσχεται να αποτελέσει θεμέλιο της εξατομικευμένης ψυχιατρικής. Προσφέρει νέες δυνατότητες για διάγνωση, πρόληψη και θεραπεία.

 

Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για την επιγενετική στην ψυχιατρική, μπορείτε να απευθυνθείτε στον εξειδικευμένο Ψυχίατρο-Ψυχοθεραπευτή Χρήστο Τσάλτα. Ο Ψυχίατρος διαθέτει μεγάλη εμπειρία στην αντιμετώπιση κάθε είδους ψυχιατρικής πάθησης. Επικοινωνήστε μαζί μας και κλείστε το ραντεβού σας.

Κλείστε το ραντεβού σας, στο 2130297058 (Αθήνα) ή στο 24 111 15439 (Λάρισα)